Ι) ΦΠΑ

Σε απάντηση των ανωτέρω σχετικών ερωτημάτων, σχετικά με τη φορολογητέα αξία από πλευράς ΦΠΑ επί αμοιβής δικαστικού επιμελητή που υπολείπεται της νόμιμης αμοιβής, όπως αυτή καθορίζεται από τη σχετική ΚΥΑ 2/54638/0022/26.8.2008 (ΦΕΚ 1716 Β726.8.2008), σας γνωρίζουμε τα παρακάτω:

1. Σύμφωνα με το άρθρο 19, παρ. 1 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), στην παροχή υπηρεσιών, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αντιπαροχή που έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές το πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες από τον αγοραστή, το λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, προσαυξημένη με οποιαδήποτε παροχή που συνδέεται άμεσα με αυτή.

2. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ΦΠΑ επιβάλλεται επί της πραγματικής αμοιβής που λαμβάνεται ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη υπηρεσία και όχι επί τεκμαρτής ή νόμιμης αμοιβής. Κατά συνέπεια, η αμοιβή που πράγματι εισπράχθηκε αποτελεί την φορολογητέα βάση επί της οποίας επιβάλλεται ΦΠΑ ακόμη και αν αυτή υπολείπεται της αμοιβής που καθορίζεται ως νόμιμη βάσει της σχετικής ΚΥΑ. 

II) ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του ν.2238/1994 (Κ.Φ.Ε.) εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων είναι, μεταξύ άλλων, οι αμοιβές από την άσκηση του επαγγέλματος του δικαστικού επιμελητή.

2. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του Κ.Φ.Ε., στο εισόδημα από αμοιβές ελευθέριου επαγγέλματος ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών αυτών εφόσον η συναλλαγή υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ.

3. Με το άρθρο 1, παράγραφος 1 του Π.Δ. 68/2011 (ΦΕΚ Α' 153) ορίζεται ότι το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή εξαιρείται από τη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ.1 του ν.3919/2011, ενώ οι περιορισμοί που αφορούν την πρόσβαση και την άσκησή του και προβλέπονται στο ν.2318/1995 διατηρούνται, στο σύνολό τους, σε ισχύ, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2 του παρόντος.

Οι διατηρούμενοι σε ισχύ περιορισμοί ως έχουν, σύμφωνα με την ειδική περί δικαστικών επιμελητών ανωτέρω νομοθεσία, αφορούν τις περιπτώσεις α, β, γ, ε, στ, ζ, η, θ και ι της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν.3919/2011.

4. Περαιτέρω, ως περιορισμοί, κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου νοείται η περίπτωση θ' της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν.3919/2011, με την οποία ορίζεται ότι η επιβολή υποχρεωτικών κατώτατων τιμών ή αμοιβών για τη διάθεση αγαθών ή την προσφορά υπηρεσιών είτε αυτές ορίζονται ευθέως είτε προσδιορίζονται εμμέσως με την εφαρμογή συντελεστή κέρδους ή με άλλο ποσοστιαίο υπολογισμό.

5. Ακόμα, με την αριθ. 67506/8.8.2012 (ΦΕΚ Β' 2333/17.8.2012) κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και άλλων προσώπων που προσφέρουν υπηρεσίες στο πλαίσιο του συστήματος παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση, καθορίστηκε η διαδικασία εκκαθάρισης και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την καταβολή αποζημίωσης σε δικηγόρους και δικαστικούς επιμελητές που παρέχουν νομική βοήθεια σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3226/2004 όπως αυτό ισχύει. Στους δικαιούχους καταβάλλεται η αποζημίωση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις κατώτατα όρια καθορισμού αμοιβής, εφόσον παρείχαν νομική βοήθεια.

6. Από τη διοίκηση έχει γίνει δεκτό (σχετ. Λ 8378/ΠΟΛ.141/3.10.1983 και 1124194/9588-1/0016/ΠΟΛ.1248/21.10.1994 διαταγές) ότι όταν στο δικαστικό επιμελητή καταβάλλεται και κάποιο ποσό σαφώς καθορισμένο και αναφερόμενο σε δαπάνη που έγινε από αυτόν για εκπλήρωση υποχρέωσης του πελάτη του υπέρ τρίτου προσώπου, το ποσό αυτό δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί ακαθάριστη αμοιβή του ελεύθερου επαγγελματία. Για αμοιβές που καταβάλλονται σε δικαστικούς επιμελητές για την εκτέλεση διάφορων πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, στο συνολικό ποσό των οποίων περιλαμβάνεται και ποσό για την πληρωμή του μάρτυρα που χρησιμοποιήθηκε για λογαριασμό του εντολέα - πελάτη τους, ο υπολογισμός του φόρου που πρέπει να παρακρατηθεί ενεργείται στο ποσό της ακαθάριστης αμοιβής που απομένει μετά την αφαίρεση της αμοιβής του μάρτυρα που χρησιμοποιήθηκε, εφόσον βέβαια αποδεικνύεται η καταβολή της. Από την αμοιβή αυτή δεν αφαιρείται η δαπάνη για οδοιπορικά έξοδα που πραγματοποιήθηκε από τους δικαστικούς επιμελητές κατά τη διοικητική εκτέλεση, καθόσον η δαπάνη αυτή δε γίνεται για εκπλήρωση υποχρέωσης του πελάτη τους, αλλά είναι απόρροια της εντολής που εκτελούν.

7. Ύστερα από τα παραπάνω, από πλευράς φορολογίας εισοδήματος, ως ελάχιστη ακαθάριστη αμοιβή δικαστικού επιμελητή, θεωρείται η καθοριζόμενη με Υπουργικές Αποφάσεις νόμιμη αμοιβή. Όταν όμως η πραγματική αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του δικαστικού επιμελητή υπερβαίνει την παραπάνω ελάχιστη αμοιβή φορολογείται για την πραγματική αμοιβή που έλαβε. Τέλος, τα μοναδικά ποσά που δεν αποτελούν ακαθάριστη αμοιβή του δικαστικού επιμελητή είναι τα σαφώς καθορισμένα και αναφερόμενα σε δαπάνη που έγινε από αυτόν για εκπλήρωση υποχρέωσης του πελάτη του, υπέρ τρίτου προσώπου. Δαπάνες όπως οδοιπορικά έξοδα, δαπάνες για φαξ και φωτοτυπίες κ.λπ. δεν θεωρούνται δαπάνες σαφώς καθορισμένες για τον πελάτη, αλλά δαπάνες που βαρύνουν το δικαστικό επιμελητή και συνεπώς συμπεριλαμβάνονται στην ακαθάριστη αμοιβή του στην οποία διενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%).

III) ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

1. Αναφορικά με την έκδοση των φορολογικών στοιχείων σας γνωρίζουμε ότι οι διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. (Υποπ. Ε1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012) υφίστανται και εφαρμόζονται για να εμφανίζεται η πραγματική κατάσταση των υπόχρεων και να απεικονίζονται οι πραγματικές συναλλαγές μεταξύ των πράγματι συμβαλλομένων, γεγονός που επιτυγχάνεται με την καταγραφή της πραγματικής φύσης των συναλλαγών στα προσήκοντα φορολογικά στοιχεία, από τα οποία πρέπει να προκύπτουν (άρθρο 2§1 Κ.Φ.Α.Σ.) αναλυτικά στοιχεία των καταχωρήσεων, ώστε να είναι ευχερής η αναλυτική πληροφόρηση και εφικτή η επαλήθευση αυτών από το φορολογικό έλεγχο, για τις ανάγκες όλων των φορολογικών αντικειμένων.

2. Ενόψει των ανωτέρω, η ορθή απεικόνιση των δεδομένων των συναλλαγών στα εκδιδόμενα φορολογικά στοιχεία των δικαστικών επιμελητών γίνεται βάσει των πραγματικών γεγονότων και δεδομένων που απαρτίζουν τις συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της αξίας των αμοιβών που δικαιούνται να λάβουν για τις υπηρεσίες που παρείχαν, σύμφωνα και με τα ανωτέρω αναφερόμενα στις ενότητες Ι και ΙΙ του παρόντος.



Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ