Η συνεχιζόμενη οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε τον καταλύτη για αναδιάρθρωση σε βάθος των εθνικών οικονομιών, με σκοπό την προετοιμασία του εδάφους για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα. Σε αυτή τη διαδικασία μεταρρύθμισης, τα εθνικά συστήματα δικαιοσύνης διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την επάνοδο στην ανάπτυξη καθώς ένα αποτελεσματικό και ανεξάρτητο δικαστικό σύστημα συμβάλλει στην εμπιστοσύνη και στη σταθερότητα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι προβλέψιμες, έγκαιρες και εκτελεστές αποφάσεις της δικαιοσύνης αποτελούν σημαντικές διαρθρωτικές συνιστώσες ενός ελκυστικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος και διατηρούν την εμπιστοσύνη όσον αφορά την έναρξη μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας, την εκτέλεση μιας σύμβασης, τον διακανονισμό των ιδιωτικών οφειλών ή την προστασία της ιδιοκτησίας και άλλων δικαιωμάτων.

 

Οι μεταρρυθμίσεις των εθνικών δικαστικών συστημάτων κατέστησαν αναπόσπαστο μέρος των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής που εφαρμόζονται σε διάφορα κράτη μέλη όπως η χώρα μας, η Πορτογαλία και η Κύπρος, με το επιχείρημα ότι οι αδυναμίες στη λειτουργία του δικαστικού συστήματος εμποδίζουν την θετική πορεία της ανάπτυξης και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και των επιχειρήσεων στους δικαστικούς θεσμούς.

 

Η βελτίωση της ποιότητας, της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων απονομής δικαιοσύνης, λοιπόν, αποτελεί ήδη μια συνιστώσα της διαδικασίας συντονισμού της οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αξιολόγηση της Αποτελεσματικότητας της Δικαιοσύνης (CEPEJ) δημοσιεύει σε ετήσια βάση πίνακα αποτελεσμάτων σχετικά με την ευρωπαϊκή δικαιοσύνη όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των συστημάτων απονομής δικαιοσύνης (στους δείκτες συγκαταλέγονται η διάρκεια των διαδικασιών, το ποσοστό διεκπεραίωσης και ο αριθμός εκκρεμών υποθέσεων), την ποιότητα (στους δείκτες συγκαταλέγονται η υποχρεωτική κατάρτιση των δικαστών, η παρακολούθηση και η αξιολόγηση των δικαστικών δραστηριοτήτων, ο προϋπολογισμός και οι ανθρώπινοι πόροι των δικαστηρίων καθώς και η διαθεσιμότητα τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών και εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης των διαφορών) και την ανεξαρτησία.

 

Η ως άνω επιτροπή ήδη από το 2009 στην έκθεση της με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για καλύτερη εφαρμογή της υφιστάμενης σύστασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που αφορά την εκτέλεση» καλούσε τα κράτη μέλη να απαιτούν από κάθε διαδικαστικό έγγραφο να αναφέρει σαφώς το ποσό της ενέργειας και να προβλέπει κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (ακυρότητα των εγγράφων κ.λ.π.), όπως επίσης επεσήμανε την ανάγκη η γεωγραφική κατανομή των υπαλλήλων επιβολής του νόμου σε μία χώρα να εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή κάλυψη για όλα τα πιθανά μέρη.

 

Πέρα όμως από τα ανωτέρω, ως προς τα οποία η χώρα μας έχει ήδη συμμορφωθεί όπως όλοι γνωρίζουμε, η έκθεση αυτή έκανε μνεία και για τη δυνατότητα των Δικαστικών Επιμελητών να εκτελούν δευτερεύουσες δραστηριότητες συμβατές με το ρόλο τους, τείνοντας να διασφαλίζουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων των μερών και να αποσκοπούν στην επιτάχυνση της δικαστικής διαδικασίας ή στη μείωση του φόρτου εργασίας των δικαστηρίων και ιδίως: α) Ανάληψη χρεών – φιλικός διακανονισμός, β) Εκούσια πώληση κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων με δημόσιο πλειστηριασμό, γ) Καταγραφή και αναφορά αποδεικτικών στοιχείων - διαπιστωτικές πράξεις, δ) Κατάρτιση ιδιωτικών συμφωνητικών και εγγράφων.

 

Μέσα από μια συγκριτική επισκόπηση των αρμοδιοτήτων του Δικαστικού Επιμελητή σε διάφορα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η μνεία αυτή στις παραπάνω δευτερεύουσες δραστηριότητες μόνο τυχαία δεν είναι, καθώς οι περισσότερες από αυτές ήδη συμπεριλαμβάνονται στο πλαίσιο άσκησης καθηκόντων των Δικαστικών Επιμελητών σε διάφορα κράτη μέλη και ενδεικτικά:

 

στη Γαλλία οι Δικαστικοί Επιμελητές μπορούν βάσει δικαστικής παραγγελίας ή κατόπιν αιτήματος ιδιώτη, να προβαίνουν σε διαπιστώσεις. Επίσης, δικαιούνται, κατόπιν ενημέρωσης του οικείου περιφερειακού Συλλόγου καθώς και του γενικού εισαγγελέα του εφετείου στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η έδρα τους, να ασκούν και επικουρικές δραστηριότητες, όπως του διαμεσολαβητή και του διαχειριστή ακινήτων.

 

στο Βέλγιο οι τομείς παρέμβασης του δικαστικού επιμελητή μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις λεγόμενες «εξώδικες» (τη φιλική εξόφληση απαιτήσεων, τη σύνταξη εκθέσεων) και τις «δικαστικές» παρεμβάσεις (επίδοση, εκτέλεση μιας απόφασης).

 

στην Πορτογαλία οι δικαστικοί επιμελητές είναι υπεύθυνοι και για τη διεξαγωγή όλων των διατυπώσεων της εκτέλεσης, περιλαμβανομένων των κατασχέσεων, των επιδόσεων εγγράφων, των κοινοποιήσεων και της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων που έχουν κατασχεθεί

 

στην Εσθονία, ανάμεσα στα επαγγελματικά καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή και πέραν της εφαρμογής των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και της επίδοσης εγγράφων, είναι η απογραφή και διαχείριση κληρονομιαίων περιουσιών και η διενέργεια, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο, πλειστηριασμών εκτός της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατόπιν αιτήματος δικαστηρίου ή διοικητικού φορέα.

 

και τέλος, στο Λουξεμβούργο, ο Δικαστικός Επιμελητής μπορεί να προβεί και στην εξώδικη ή δικαστική είσπραξη κάθε είδους οφειλής με το δικαίωμα να υπογράφει εξ ονόματος των αιτούντων την έκδοση διαταγής πληρωμής ή την κατάσχεση περιοδικών παροχών εις χείρας τρίτου, σε εκτιμήσεις και δημοπρασίες κινητών, οικοσκευών και γεωργικών προϊόντων και επίσης μπορεί να διοριστεί από δικαστήριο για να διενεργήσει καθαρά πραγματικές διαπιστώσεις, χωρίς να επιτρέπεται να εκφέρει γνώμη σχετικά με τις πραγματικές ή τις νομικές συνέπειες των διαπιστώσεων αυτών καθώς και σε διαπιστώσεις του ίδιου τύπου μετά από αίτημα ιδιώτη.

 

Όπως καθίσταται σαφές, όλες οι τελευταίες εξελίξεις που διαμορφώνουν τις συνθήκες άσκησης του λειτουργήματος του Δικαστικού Επιμελητή, έλαβαν χώρα μέσα στο προπεριγραφόμενο πλαίσιο και με γνώμονα την δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου συστήματος δικαιοσύνης με βασικούς πυλώνες την έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεων, την ανεξαρτησία, τον οικονομικά προσιτό χαρακτήρα και την ευκολία πρόσβασης σε αυτό. Οι τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ. που συντελέστηκαν προς την κατεύθυνση αυτή, είχαν σαν άμεσο αντίκτυπο να χαθεί πολύτιμη επαγγελματική ύλη στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως για παράδειγμα η κατάργηση της έκδοσης και κοινοποίησης επαναληπτικού αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης. Επίσης, στην απώλεια αυτή συνετέλεσε καθοριστικά και η ευρύτερη χρήση των τεχνολογικών μέσων καθώς ήδη το Δημόσιο προβαίνει σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών ηλεκτρονικά και στο εγγύς μέλλον, ύστερα και από τη διασύνδεση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με το πληροφοριακό σύστημα του Κτηματολογίου, πιθανολογείται έντονα η περαιτέρω μείωση της επαγγελματικής μας ύλης.

 

Σήμερα, λοιπόν, πιο πολύ από ποτέ είναι αδήριτη ανάγκη αλλά και μονόδρομος η συντονισμένη προσπάθεια για διεκδίκηση ανάθεσης περαιτέρω αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων που συνάδουν με το λειτούργημά μας και συνακόλουθης διεύρυνσης της επαγγελματικής μας ύλης, μέσα σε αυτό το πλαίσιο της εναρμόνισης και με ακλόνητο επιχείρημα ότι η συμμόρφωση στις ως άνω κατευθυντήριες γραμμές δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη και να εξαντλείται στην αναγραφή της αμοιβής κάθε πράξης επί της συνταχθείσας εκθέσεως και στη διεύρυνση της τοπικής μας αρμοδιότητας.

Θωμάς Θ. Στάιος
Δικαστικός Επιμελητής Περιφέρειας Εφετείου Θεσσαλονίκης